Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαρτιάτικα < μαρτιάτικος + < Μάρτιος < λατινική Martius < Mars (Άρης)

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

μαρτιάτικα

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

μαρτιάτικα