Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο μανός η μανή το μανό
      γενική του μανού της μανής του μανού
    αιτιατική τον μανό τη μανή το μανό
     κλητική μανέ μανή μανό
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι μανοί οι μανές τα μανά
      γενική των μανών των μανών των μανών
    αιτιατική τους μανούς τις μανές τα μανά
     κλητική μανοί μανές μανά
Κατηγορία όπως «καλός» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανός < αρχαία ελληνική μανός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μανός,ή,ό

  1. οκνηρός, χαλαρός, μαλθακός, χαύνος
  2. αραιός
  3. (κυπριακά) ο φελλός από την δρυ, ο χαζός, ο βλάκας

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μανός αρσενικό

  1. αραιός βρόχος στο δίχτυ -στο μανωμένο ή μανωτό δίχτυ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

Αρχαία ελληνικά (grc)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανός < πιθανόν από το μοδαρός και μαδνός ή ίσως ομόρριζο του μόνος

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

μανός

  1. χαλαρός, αραιός, πορώδης, ισχνός
  2. λίγος

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  • μανῶς (σπανίως ή κατά αραιά διαστήματα)
  • μανότης (χαλαρότητα, αραιότητα, σπανιότητα)