Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το μανάρι τα μανάρια
      γενική του μαναριού των μαναριών
    αιτιατική το μανάρι τα μανάρια
     κλητική μανάρι μανάρια
Οι καταλήξεις -ιού, -ια, -ιών προφέρονται με συνίζηση.
Κατηγορία όπως «τραγούδι» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μανάρι < (άμεσο δάνειο) αρωμουνική manări, πληθυντικός αριθμός του manăre < λατινική manuarius < manus + -arius < πρωτοϊταλική *manus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *méh₂-r̥ / *mh₂-én-

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μανάρι ουδέτερο

  1. μικρό αρνάκι, αμνοερίφιο που τρέφεται ειδικά με προορισμό να το σφάξουν νεαρό
    → δείτε και τη λέξη βετούλι
  2. (προσφώνηση, μεταφορικά) θαυμαστική προσφώνηση (προς παιδάκι, γυναίκα, άντρα)
    → δείτε και τη λέξη καμάρι (διαλεκτικό)

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία