Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μαΐστρα οι μαΐστρες
      γενική της μαΐστρας
    αιτιατική τη μαΐστρα τις μαΐστρες
     κλητική μαΐστρα μαΐστρες
Η γενική πληθυντικού σε -ών δεν συνηθίζεται.
Κατηγορία όπως «πείνα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μαΐστρα < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μαΐστρα < βενετικά *maistra (για τον ναυτικό όρο < ιταλική albero di maistra άλμπουρο της μαΐστρας)[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαΐστρα θηλυκό

  • (ναυτικός όρος) μεγάλο τριγωνικό πανί που σηκώνεται πίσω από το κατάρτι και αποτελεί το βασικό πανί ενός ιστιοφόρου σκάφους
    Η μαΐστρα σηκώνεται (βιράρεται) με ένα σχοινί ή συρματόσχοινο που βρίσκεται στο κατάρτι και ονομάζεται μαντάρι.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μαΐστρα θηλυκό

  • γυναίκα που κάνει μάγιαδείτε τη λέξη μάγος (αρσενικό)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία