Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μάτισμα ματίσματα
γενική ματίσματος ματισμάτων
αιτιατική μάτισμα ματίσματα
κλητική μάτισμα ματίσματα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάτισμα < ματίζω < ἁμματίζω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάτισμα ουδέτερο

  1. το δέσιμο, η στερέωση μια επιμήκυνσης, η προσθήκη της με στέρεο τρόπο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία