Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο μάμος οι μάμοι
      γενική του μάμου των μάμων
    αιτιατική τον μάμο τους μάμους
     κλητική μάμε μάμοι
Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάμος < μαμή.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάμος αρσενικό

Εγώ είμαι ο περίφημος ιατρός, χερούργος, μάμος, και σπετσέρης ντετόρ Τζαλάπας... (Δημ. Βυζάντιου, Βαβυλωνία, Πράξη Δ' - Σκηνή Ι).

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία