Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μάγιστρος < λατινικά magister (άρχοντας, επιβλέπων)

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

μάγιστρος αρσενικό ( & μαΐστωρ)

  • ο μάγιστρος ή μάγιστρος των οφφικίων ήταν σημαντικός υπουργός του βυζαντινού κράτους και αυτοκρατορικός σύμβουλος αρμόδιος επί πολλούς αιώνες για την αυτοκρατορική φρουρά, τις παραμεθόριες αμυντικές δυνάμεις, την υπηρεσία ασφαλείας (την νεοελληνική ΚΥΠ τρόπον τινά, αλλά εστιασμένη σε "εσωτερικούς εχθρούς") και τα εργοστάσια.


Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία