Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

αμάρτυρος υποθετικός τύπος, λέξη που δεν σώζεται σε κείμενα
αλλά σε σύνθετες λέξεις ή σε γραμματικούς τύπους ή σε σχόλια γραμματικών
- μπροστά από τη λέξη σημειώνεται πάντα ένας αστερίσκος -
 

  Ετυμολογία Επεξεργασία

*λύκη < αμάρτυρος τύπος (μόνο ως συνθετικό: λυκόφως, ἀμφιλύκη.[1][2], μεταπτωτική βαθμίδα για την πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *lewk-[3] Συγγενή: σανσκριτικά रोक (roká, φως), λατινικά luc-eo, lux, λιθουανικά laũkas (ανοιχτό πεδίο), και άλλα.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

*λύκη [] θηλυκό

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

και δείτε

πιθανόν τα

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. Macrobius, Saturnalia p.158
  2. @books.google σχόλιο - Μακρόβιος (Macrobius), Saturnalia, Loeb Classical Library, σελ. 227
  3. Reconstruction *lewk-, en.Wiktionary

  ΠηγέςΕπεξεργασία