Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λυρική ποίηση < λυρικός + ποίηση

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

λυρική ποίηση θηλυκό

  • (μουσική) η ποίηση που τραγουδιόταν, είτε από ένα άτομο είτε από ομάδα τραγουδιστών, με συνοδεία λύρας αρχικά και στη συνέχεια με άλλα μουσικά όργανα, όπως ο αυλός, η κιθάρα, η φόρμιγγα, η βάρβιτος κ.ά. Γεννήθηκε από την ανάγκη του ανθρώπου να εκφράσει ελεύθερα τα συναισθήματα και τις ιδέες του.

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία