Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λυπητερή θηλυκό

  1. (μεταφορικά) ο λογαριασμός που πρέπει να πληρωθεί
    φέρε τώρα και τη λυπητερή

ΣημειώσειςΕπεξεργασία

  • συνήθως μόνο στον ενικό

  Κλιτικός τύπος επιθέτουΕπεξεργασία

λυπητερή

Ομώνυμα / ΟμόηχαΕπεξεργασία