Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λιμνούλα λιμνούλες
γενική λιμνούλας λιμνούλων
αιτιατική λιμνούλα λιμνούλες
κλητική λιμνούλα λιμνούλες

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιμνούλα < λίμνη + -ούλα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιμνούλα θηλυκό

  1. μικρή λίμνη
  2. (μεταφορικά) μικρή συγκέντρωση υγρού
    Μπροστά της είχε σχηματιστεί από το νερό που έσταζε από την οροφή μια λιμνούλα. (Ευγενία Φακίνου, Η μεγάλη πράσινη)

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία