Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λιμνοθάλασσα οι λιμνοθάλασσες
      γενική της λιμνοθάλασσας των λιμνοθαλασσών
    αιτιατική τη λιμνοθάλασσα τις λιμνοθάλασσες
     κλητική λιμνοθάλασσα λιμνοθάλασσες
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λιμνοθάλασσα < λίμνη + θάλασσα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λιμνοθάλασσα θηλυκό

  1. (γεωγραφία): παράλια λίμνη (φυσική ή τεχνητή) που συνδέεται με τη θάλασσα.


  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία