Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λειτουργώντας < μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος λειτουργώ

  ΜετοχήΕπεξεργασία

λειτουργώντας

  1. ενώ λειτουργώ

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία