Άνοιγμα κυρίου μενού

Αρχαία ελληνικά (grc) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λακεδάμα < άγνωστης ετυμολογίας, πιθανόν ξένη λέξη που εξελληνίσθηκε

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λακεδάμα ουδέτερο

  • το αλμυρό νερό που κατά τον Ησύχιο έπιναν οι Μακεδόνες αγρότες (έβαζαν αλάτι στο νερό)

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία