Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική λίκνο λίκνα
γενική λίκνου λίκνων
αιτιατική λίκνο λίκνα
κλητική λίκνο λίκνα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λίκνο < αρχαία ελληνική λίκνον

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λίκνο ουδέτερο

  1. η κούνια (το παιδικό κρεβατάκι)
  2. (μεταφορικά) ο τόπος όπου δημιουργήθηκε κάτι σπουδαίο
    το λίκνο του πολιτισμού

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία