Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η λέπρα οι λέπρες
      γενική της λέπρας
    αιτιατική τη λέπρα τις λέπρες
     κλητική λέπρα λέπρες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λέπρα < αρχαία ελληνική λέπρα < λεπρός < λέπος < λέπω

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λέπρα θηλυκό

  1. χρόνια λοιμώδης ασθένεια του ανθρώπου, που προκαλείται από τα μυκοβακτήρια mycobacterium leprae και mycobacterium lepromatosis
     συνώνυμα: νόσος του Χάνσεν (επιστημονική ονομασία)
  2. (μεταφορικά) κάτι κακό που διασπείρεται εύκολα και γρήγορα
  3. (μεταφορικά) κάτι υπερβολικά βρόμικο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία