Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

λάδια ουδέτερο

  1. λάδι, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού