Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το λάγγεμα τα λαγγέματα
      γενική του λαγγέματος των λαγγεμάτων
    αιτιατική το λάγγεμα τα λαγγέματα
     κλητική λάγγεμα λαγγέματα
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

λάγγεμα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

λάγγεμα ουδέτερο

  1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του λαγγεύω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία