Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

λάβτε

  1. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος λαμβάνω