Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

κόσμους αρσενικό

  1. κόσμος, στην αιτιατική του πληθυντικού

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

  Ετυμολογία < κόσμος (με κώφωση του καταληκτικού -ος)
  1. (ιδιωματικό) ο κόσμος
    Μυαλό δέν ἔχουν, αὐτός οὑ κόσμους, θά πῶ, εἶπεν ἡ θειά τό Μαλαμώ. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Στο Χριστό στο Κάστρο)