Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κωμειδύλλιο τα κωμειδύλλια
      γενική του κωμειδύλλιου
κωμειδυλλίου
των κωμειδύλλιων
κωμειδυλλίων
    αιτιατική το κωμειδύλλιο τα κωμειδύλλια
     κλητική κωμειδύλλιο κωμειδύλλια
Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι.
Κατηγορία όπως «βούτυρο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κωμειδύλλιο < κωμ(ωδία) + ειδύλλιον, (μεταφραστικό δάνειο) γαλλική comé die-vaudeville[1]

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /ko.miˈði.li.o/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κωμειδύλλιο ουδέτερο

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία

  ΑναφορέςΕπεξεργασία