↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κουκουές οι κουκουέδες
      γενική του κουκουέ των κουκουέδων
    αιτιατική τον κουκουέ τους κουκουέδες
     κλητική κουκουέ κουκουέδες
Κατηγορία όπως «καφές» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία

επεξεργασία
κουκουές < αρκτικόλεξο ΚΚΕ (κου-κου-έ) + επίθημα [1] για τη διαμόρφωση της κατάληξης

  Προφορά

επεξεργασία
ΔΦΑ : /ku.kuˈes/
τυπογραφικός συλλαβισμός: κου‐κου‐ές
παρώνυμο: κουκουσέ

  Ουσιαστικό

επεξεργασία

κουκουές & Κουκουές αρσενικό

Συγγενικά

επεξεργασία

Δείτε επίσης

επεξεργασία

  Μεταφράσεις

επεξεργασία

  Αναφορές

επεξεργασία