Ελληνικά (el) Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κοσμοπολιτισμός οι κοσμοπολιτισμοί
      γενική του κοσμοπολιτισμού των κοσμοπολιτισμών
    αιτιατική τον κοσμοπολιτισμό τους κοσμοπολιτισμούς
     κλητική κοσμοπολιτισμέ κοσμοπολιτισμοί
Κατηγορία όπως «αγρός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοσμοπολιτισμός < γαλλική cosmopolitisme

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοσμοπολιτισμός αρσενικό

  1. ο τρόπος ζωής και σκέψης του κοσμοπολίτη, με κύριο χαρακτηριστικό τα συχνά ταξίδια στις μοντέρνες, κυρίως, μεγαλουπόλεις και από την άνετη προσαρμογή σε διαφορετικές κάθε φορά νοοτροπίες, αντιλήψεις και συνήθειες
  2. ο τρόπος ζωής που συνηθίζεται σε όλον τον κόσμο
  3. (διεθνείς σχέσεις) η θεωρία που υποστηρίζει ότι όλος ο κόσμος είναι μια πολιτεία και πως δε θα έπρεπε να υπάρχουν κράτη, κυριολεκτικά η πίστη σε ένα παγκόσμιο κράτος
  4. η δέσμευση στην προώθηση συνὐπαρξης και κατανόησης μεταξύ των εθνών

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

ΑντώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία