Ελληνικά (el) Επεξεργασία


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η κομπρέσα οι κομπρέσες
      γενική της κομπρέσας των κομπρεσών
    αιτιατική την κομπρέσα τις κομπρέσες
     κλητική κομπρέσα κομπρέσες
όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κομπρέσα < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κομπρέσα θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία