Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κολακεύω < αρχαία ελληνική κολακεύω < κόλαξ

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kɔ.la.ˈcɛ.vɔ/

  ΡήμαΕπεξεργασία

κολακεύω

  1. αποδίδω ιδιοτελώς σε κάποιον επαίνους που δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα
     συνώνυμα: θωπεύω, καλοπιάνω
  2. ικανοποιώ κάποιον ή τον κάνω υπερήφανο
    Με κολακεύει η παρουσία σας στο σπίτι μου, κύριε πρόεδρε!
  3. αναδεικνύω την ομορφιά και τη χάρη κάποιου
    Αυτό το φόρεμα που φοράς σε κολακεύει.

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία