Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοιτώ < κοιτάζω

  ΡήμαΕπεξεργασία

κοιτώ

  1. άλλη μορφή του κοιτάζω

ΕκφράσειςΕπεξεργασία

  • κοίτα να δεις:
    1. εισαγωγική φράση, για να επιστήσουμε την προσοχή του συνομιλητή μας σε αυτό που θα του πούμε
    2. για να δηλωθεί έκπληξη ή ειρωνεία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία