Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κοάλα < (άμεσο δάνειο) αγγλική koala < Darug gula

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /koˈa.la/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κοάλα ουδέτερο άκλιτο

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία