Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

κλωνωτής < κλώνος + -τής (όπως νικητής) < μεταφραστικό δάνειο απ' τ' αγγλικά: replicator

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

αρσενικό

  1. αντιγραφέας, μηχανή ή σύστημα παραγωγής αντιγράφων
  2. (βιοχημεία), (βιολογία) βιολογικός κλωνωτής

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία