Ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο κατόπαρδος οι κατόπαρδοι
      γενική του κατόπαρδου των κατόπαρδων
    αιτιατική τον κατόπαρδο τους κατόπαρδους
     κλητική κατόπαρδε κατόπαρδοι
Κατηγορία όπως «αντίλαλος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατόπαρδος < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική κατόπαρδος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατόπαρδος αρσενικό

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΠηγέςΕπεξεργασία



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κατόπαρδος < κάτος (γάτος) κάτ(ος) + -ό- + πάρδος (< ελληνιστική λέξη, ἡ πάρδαλις)[1]

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κατόπαρδος αρσενικό

  • (ζωολογία) είδος αιλουροειδούς, ο γατόπαρδος
    ※  14ος αιώνας Διήγησις παιδιόφραστος των ζώων των τετραπόδων[2], 888
    κατόπαρδος καὶ ὁ βασιλεύς ο λέων
    ※ 16ος-17ος αιώνας Κορνάρος, Ερωτόκριτος, 2.337
    ὀρά 'χε σὰν κατόπαρδος καὶ πόδια σὰ βουβάλι

Άλλες μορφέςΕπεξεργασία

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

με το κάτος

με το πάρδος

  ΑναφορέςΕπεξεργασία

  1. «κατόπαρδος» -  Επιτομή του Λεξικού Κριαρά της Μεσαιωνικής Ελληνικής Δημώδους Γραμματείας (1100-1669). Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας, [μονοτονικό σύστημα]. 
  2. Πηγές του Αναλυτικού Λεξικού Κριαρά

  ΠηγέςΕπεξεργασία