Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

καράβια ουδέτερο

  1. καράβι, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού