Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καλύβη < αρχαία ελληνική

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καλύβη θηλυκό

  1. η καλύβα
  2. (στο Άγιο Όρος) η κατοικία ενός μοναχού που μαζί με άλλες αποτελούν μια σκήτη

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία