Αυτό το λήμμα χρειάζεται επιμέλεια,
ώστε να ανταποκρίνεται σε υψηλότερες προδιαγραφές συντακτικής ποιότητας ή μορφοποίησης.
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.

Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Για μορφοποίηση: Πειραματισμός ανωνύμου μάλλον από πηγή Π:Πάπυρος. Να αναταχθεί το λήμμα. Sarri.greek 11:25, 3 Αυγούστου 2020 (UTC).


Νέα ελληνικά (el)Επεξεργασία

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το κακοταίριασμα τα κακοταιριάσματα
      γενική του κακοταιριάσματος των κακοταιριασμάτων
    αιτιατική το κακοταίριασμα τα κακοταιριάσματα
     κλητική κακοταίριασμα κακοταιριάσματα
Κατηγορία όπως «όνομα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

  Ετυμολογία elΕπεξεργασία

κακοταίριασμα < κακο- + ταίριασμα ( < ταιριάζω + -μα)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

/?/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

το κακοταίριασμα (el) ουδέτερο

  1. το παραταίριασμα, συνδυασμός παράταιρων συστατικών
  2. για υλικά που δεν εφαρμόζουν σωστά
    • το κακοταίριασμα του φαγωμένου-φθαρμένου κλειδιού στην κλειδαριά, με ανάγκασε-υποχρέωσε να φέρω-καλέσω κλειδαρά


ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία