Ελληνικά (el) Επεξεργασία

 
Kαγκουρό

  Ετυμολογία Επεξεργασία

καγκουρό < (άμεσο δάνειο) αγγλική kangaroo < gangurru (το γκρι καγκουρό στη γλώσσα Guugu Yimidhirr των ιθαγενών της Αυστραλίας)

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /kaŋ.guˈɾo/

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

καγκουρό ουδέτερο

  1. (ζωολογία) μαρσιποφόρο ζώο της Αυστραλίας με ισχυρά πίσω πόδια που του επιτρέπουν να μετακινείται με μεγάλα πηδήματα
  2. (ναυτικός όρος, λαϊκότροπο) το φορτηγιδοφόρο πλοίο, κατά την έννοια ότι μεταφέρει στα κύτη του αυτοκινούμενες ή μη φορτηγίδες

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

Δείτε επίσηςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία