Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

μητρική κάρτα < μητρικός + κάρτα

  Πολυλεκτικός όροςΕπεξεργασία

μητρική κάρτα θηλυκό

  1. (πληροφορική) το κεντρικό και βασικό ηλεκτρονικό κύκλωμα ενός ηλεκτρονικού υπολογιστή, όπου εκτώς των άλλων υπάρχει η κεντρική μονάδα επεξεργασίας και η κεντρική μνήμη

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  • κάρτα συστήματος
  • μητρική πλακέτα
  • μητρική συστήματος

  Δείτε επίσης Επεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία