Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

κάμε πληθυντικός κάμετε

  1. β' ενικό προστακτικής αορίστου του ρήματος κάνω

  ΣυνώνυμαΕπεξεργασία