Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική κάδος κάδοι
γενική κάδου κάδων
αιτιατική κάδο κάδους
κλητική κάδε κάδοι
 
δύο κάδοι απορριμμάτων σε παραλία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

κάδος < αρχαία ελληνική κάδος

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

κάδος αρσενικό

  1. ξύλινο ή μεταλλικό δοχείο για υγρά
  2. δοχείο διαφόρων διαστάσεων για τη συλλογή των σκουπιδιών
    κάδος απορριμμάτων
  3. το κυλινδρικό περιστρεφόμενο εξάρτημα των πλυντηρίων όπου τοποθετούνται τα ρούχα

ΣυνώνυμαΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία