Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ικτίς < αρχαία ελληνική ἰκτίς / ἴκτις

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ικτίς θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία