Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

ιδεάστε

  1. β' πληθυντικό προστακτικής αορίστου του ρήματος ιδεάζω