Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ιδανικότητες θηλυκό

  1. ιδανικότητα, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού