Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ινκόγκνιτο < λατινική incognitus

  ΠροφοράΕπεξεργασία

ΔΦΑ : /in.ˈcɔ.gni.tɔ/

  ΕπίρρημαΕπεξεργασία

ινκόγκνιτο ή ιγκόγκνιτο, ινκόγνιτο και ιγκόγνιτο

ο διάσημος σταρ του Χόλιγουντ επισκέφθηκε ινκόγκνιτο την Αθήνα

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

ινκόγκνιτο ουδέτερο άκλιτο

  • η μυστικότητα στη μετακίνηση ή στην παρουσία προσωπικότητας σε ένα χώρο
πρέπει να διατηρήσουμε το ινκόγκνιτο του υπουργού

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία