Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

ιαβερισμοί αρσενικό

  1. ιαβερισμός, στην ονομαστική και την κλητική του πληθυντικού