Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θρεονίνη < θρεονικό οξύ.

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

 
Συντακτικός τύπος θρεονίνης.

θρεονίνη θηλυκό

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία