Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική θαυματουργικός θαυματουργική θαυματουργικό
γενική θαυματουργικού θαυματουργικής θαυματουργικού
αιτιατική θαυματουργικό θαυματουργική θαυματουργικό
κλητική θαυματουργικέ θαυματουργική θαυματουργικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική θαυματουργικοί θαυματουργικές θαυματουργικά
γενική θαυματουργικών θαυματουργικών θαυματουργικών
αιτιατική θαυματουργικούς θαυματουργικές θαυματουργικά
κλητική θαυματουργικοί θαυματουργικές θαυματουργικά

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θαυματουργικός < μεσαιωνική ελληνική θαυματουργικός < ελληνιστική κοινή θαυματουργός

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

θαυματουργικός

Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία