Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτικός τύπος ουσιαστικούΕπεξεργασία

θαλασσασφάλειες θηλυκό

  1. θαλασσασφάλεια, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού