Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέσπισις < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέσπισις θηλυκό

(καθαρεύουσα)

====

==== θέσπιση