Ελληνικά (el) Επεξεργασία

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η θέσπιση οι θεσπίσεις
      γενική της θέσπισης
& θεσπίσεως
των θεσπίσεων
    αιτιατική τη θέσπιση τις θεσπίσεις
     κλητική θέσπιση θεσπίσεις
Παράρτημα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

θέσπιση < → λείπει η ετυμολογία

  ΟυσιαστικόΕπεξεργασία

θέσπιση θηλυκό

  1. η ενέργεια του θεσπίζω

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία