Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ηλεκτροφορώ < ήλεκτρο + φορώ

  ΡήμαΕπεξεργασία

ηλεκτροφορώ

  1. φέρω ήλεκτρο
  2. (φυσική): διοχετεύω ηλεκτρικό ρεύμα, ηλεκτροδοτώ
  3. (χημεία), (βιοχημεία): διαχωρίζω ηλεκτρικά φορτισμένα σωματίδια από κάποιο μίγμα τους

Παράγωγες λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία