Άνοιγμα κυρίου μενού

Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Κλιτή μορφή ουσιαστικούΕπεξεργασία

ηθογράφων αρσενικό ή θηλυκό

  1. ηθογράφος, στη γενική του πληθυντικού