Ελληνικά (el) Επεξεργασία

  Ρηματικός τύποςΕπεξεργασία

ηθικολογήσει

  1. απαρέμφατο αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
  2. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος ηθικολογώ
  3. θα ηθικολογήσει: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος ηθικολογώ