Άνοιγμα κυρίου μενού

Πίνακας περιεχομένων

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) Επεξεργασία

πτώση ενικός
ονομαστική ζόρικος ζόρικη ζόρικο
γενική ζόρικου ζόρικης ζόρικου
αιτιατική ζόρικο ζόρικη ζόρικο
κλητική ζόρικε ζόρικη ζόρικο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική ζόρικοι ζόρικες ζόρικα
γενική ζόρικων ζόρικων ζόρικων
αιτιατική ζόρικους ζόρικες ζόρικα
κλητική ζόρικοι ζόρικες ζόρικα

  Ετυμολογία Επεξεργασία

ζόρικος < ζόρι + -ικος < τουρκική zor < περσική زور < παλαιοπερσικά zwl ‎(zōr)

  ΕπίθετοΕπεξεργασία

ζόρικος, -η, -ο

  1. δύσκολος, που χρειάζεται προσπάθεια ή δύναμη για να αντιμετωπιστεί
    ζόρικα προβλήματα, ζόρικοι καιροί
  2. (για άνθρωπο) που ζορίζει τους άλλους, νταής, απειλητικός, εκφοβιστικός
  3. (για ανθρώπινη ενέργεια) που ταιριάζει σε κάποιον νταή

  Εναλλακτικές μορφές Επεξεργασία

  Συγγενικές λέξειςΕπεξεργασία

  ΜεταφράσειςΕπεξεργασία